Τυλιγμένοι στο μύθο τους, οι Ολυμπιακοί Αγώνες παρέμεναν
θαμμένοι κάτω από το έδαφος της Αρχαίας Ολυμπίας μαζί με
τα ερείπια του σταδίου για 15 ολόκληρους αιώνες. Ηταν το
393 μ.Χ. όταν ο αυτοκράτορας του Α' ρωμαϊκού κράτους, Θεοδόσιος,
προχώρησε στην κατάργησή τους με αιτιολογία ότι αποτελούν
αντιχριστιανικές εκδηλώσεις που εκφράζουν μάλιστα ειδωλολατρικές
ιδέες.
Ξεχασμένοι από όλους -ζωντανοί μόνο σε ελάχιστες συνειδήσεις-
οι Ολυμπιακοί Αγώνες περίμεναν την εμφάνιση κάποιου μεσσία
για να αναστηθούν και παρόλο που έγιναν κατά καιρούς προσπάθειες
από έλληνες δεν κατέστη δυνατή η αναβίωσή τους.
Χρειάστηκε να βρεθεί στο προσκήνιο ο γάλλος Βαρόνος Πιέρ
Ντε Κουμπερντέν , λάτρης του αρχαίου ιδεώδους και του
αθλητισμού, που μπόρεσε μέσα από πάμπολλες δυσκολίες να
υλοποιήσει το νεανικό του όνειρο. Κοινωνιολόγος και παιδαγωγός,
γενικός γραμματέας της Ενωσης γαλλικών αθλητικών σωματείων
τα κατάφερε με τη βοήθεια του έλληνα ποιητή και συγγραφέα
Δημήτρη Βικέλα, που ήταν εγκατεστημένος στο Παρίσι
και έγινε μάλιστα ο πρώτος πρόεδρος της Διεθνούς Ολυμπιακής
Επιτροπής (ΔΟΕ). Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήρθαν και πάλι στο
προσκήνιο, 1.503 χρόνια μετά την κατάργησή τους.
Ο Κουμπερντέν προσπάθησε να φέρει την πρώτη σύγχρονη Ολυμπιάδα
στο Παρίσι, αλλά οι γάλλοι δεν έδειξαν κανένα απολύτως ενδιαφέρον
σε αντίθεση με τους έλληνες που ξεσηκώθηκαν μόλις έμαθαν
τα νέα. Τον αρχικό ενθουσιασμό διαδέχθηκε λίγο αργότερα
η αδιαφορία, οι υποσχέσεις δεν έγιναν ποτέ έργα και χρειάστηκε
η γενναιόδωρη προσφορά του Γεωργίου Αβέρωφ για να
ανακαινιστεί το Παναθηναϊκό Στάδιο και να φιλοξενήσει του
πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες, που μπορεί να παρουσίασαν κάποιες
ατέλειες αλλά για την εποχή τους ήταν μια άρτια διοργάνωση.
Το όνειρο του Κουμπερντέν, αλλά και ολόκληρης της Ελλάδας,
γινόταν πια πραγματικότητα.
Στις 25 Μαρτίου στις 3 το μεσημέρι, έγινε η κήρυξη έναρξης
των αγώνων από τον Βασιλιά Γεώργιο σε ένα κατάμεστο
Παναθηναϊκό Στάδιο. Πήραν μέρος 285 αθλητές από 13 χώρες
σε 9 αθλήματα, αλλά χρονομέτρηση δεν υπήρχε πάντα για όλους
τους μετέχοντες πλην των νικητών. Μεγάλες επιδόσεις δεν
υπήρξαν, ωστόσο δεν ήταν αυτό το ζητούμενο, ούτε υπήρχε
κάποιο ουσιαστικό μέτρο σύγκρισης. Χρονομέτρηση υπήρχε μόνο
για τον πρώτο αθλητή και από ένα μόνο χρονόμετρο. Ο στίβος
είχε κατασκευαστεί από τον βρετανό Τσαρλς Πέρι, κατασκευαστή
της γέφυρας Στάμφορντ του Λονδίνου.
Οι έλληνες είχαν βαθιά στο μυαλό τους τη μόνιμη διεξαγωγή
των αγώνων στη χώρα μας και μοιραία δεν έλειψαν οι πατροπαράδοτοι
καβγάδες. Ο Ιωάννης Χρυσάφης κατηγόρησε την Επιτροπή
Ολυμπιακών Αγώνων της Ελλάδος ότι φέρθηκε απαράδεκτα στον
Κουμπερντέν, αφού μετά το τέλος των αγώνων απέφυγαν ακόμα
και να τον χαιρετήσουν.
Κάτι ανάλογο συνέβη και στον Ιωάννη Φωκιανό, προπονητή
όλων σχεδόν των ελλήνων αθλητών, που είχε αφιερώσει τη ζωή
του στο σκοπό αυτό. Του αφαιρέθηκε η γενική διεύθυνση των
αγώνων, δεν πήρε ποτέ κανένα ευχαριστήριο τηλεγράφημα αλλά
ούτε και προσκλήθηκε σε κάποια από τις δεξιώσεις. Πέθανε
ένα μήνα μετά την ανατολή του ονείρου, της αναβίωσης των
Ολυμπιακών Αγώνων.